Άη Κομμένο

Της Άσβεστης Μνήμης

Μαρτυρολόγιο

mnhmeio pesonton nyxta
6 Νοεμβρίου – Στην Τρίπολη εκτελούν 18 κατοίκους από το Διαβολίτσι Μεσσηνίας.
6 Νοεμβρίου – Στην Τρίπολη εκτελούν 18 ομήρους από τις φυλακές. Στην Αθήνα εκτελούν 6 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
7 Νοεμβρίου Οι ναζί καταστρέφουν το μεγαλύτερο μέρος του Καρπενησιού.
13 Νοεμβρίου – Στο Νομό Πιερίας, πρώτη λεηλασία και πυρπόληση του χωριού Ελατοχώρι.

Song for Kommeno

Σοφά Λόγια

Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκανεν εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης.

Μακρυγιάννης.

Εκδηλώσεις

ekdiloseis1

Καιρός

kairos

Στο Κομμένο τώρα

Η Βασιλική

Στηριγμένο στην αφήγηση του Θόδωρου Σκάρα
Ίσως όλα τώρα να τα ’χεις ξεχάσει. Αν ζεις. Μα μπορεί κι όλα να τα φέρνεις μπροστά σου ξανά και να τα ψάχνεις μες στην ομίχλη των βαθιών γερατειών σου. Αμέτρητα μίλια οι δρόμοι σου. Τα χρόνια σου χίλιες ζωές. Ένα τίποτα τότε μπροστά σου εμείς. Κι εσύ ένας θρύλος. Αιώνες από τους άλλους μπροστά. Όμορφη. Όμορφη κι ανεξάρτητη. Πυρκαγιές άναβαν τα όνειρα μέσα σου. Και χάραζαν δρόμους. Η μια σου επανάσταση γεννούσε μιαν άλλη. Γι’ άλλους κόσμους πλασμένη.

Πού να χωρέσεις εσύ μες σ’ αυτόν τον κλειστό τόπο μας, σ’ αυτήν εδώ την άκρη του κόσμου, στο μυχό του Αμβρακικού που φιλιέται κι ερωτεύεται με τον Άραχθο; Και πώς να βαδίσεις στη μοίρα που φτιάχνανε οι άλλοι για σένα; Πήρες στα χέρια σου τη ζωή σου κι έφτιαξες μόνη τη μοίρα σου. Κέρδισες; Έχασες; Ποιος ξέρει;

Εσύ που θα μπορούσες να δώσεις απάντηση, σταμάτησες να μου γράφεις. Σαράντα πέντε χρόνια βυθιστήκαμε στη σιωπή. Πού είσαι, Βασιλική; Τι να θυμάσαι απ’ αυτά που περάσαμε τότε μαζί;
Εφτά αδέρφια η σοδειά των γονέων μας. Πέντε αδερφάδες και δύο αδερφοί. Κι εσύ η μεγαλύτερη απ’ όλους μας. Η πρώτη μας αδερφή, περήφανη κι όμορφη. Γεννημένη γι’ αλλού. Αγροφύλακας ο πατέρας μας. Με χωράφια καλά. Κι έναν μισθό ίσα – ίσα. Μα με πάθη πολλά. Το ποτό πρώτο – πρώτο.


Το ’40 πιάνεται, θυμάσαι, ο πόλεμος. Τον Απρίλη του ’41 σκοτείνιασε ο τόπος. Κατοχή και κακό. Πείνα κι εδώ και στερήσεις, όπως όλος ο κόσμος. Κάθε μέρα στο χωριό οι Ιταλοί με τις αραβίδες στην πλάτη και τα φτερά στο κεφάλι. Δε μας πειράζανε οι άνθρωποι. Τετραπέρατη και πανέξυπνη εσύ, καίτοι της Τετάρτης μονάχα δημοτικού. Και τα ιταλικά σου φαρσί. Τους πλησίασες, σε πλησίασαν, ποιος ξέρει; Σε είδε, σε πρόσεξε ο καραμπινιέρος, σε γνώρισε και σ’ αγάπησε αμέσως. Παράφορα. Δεκαοχτάχρονο τριαντάφυλλο. Που τον μέθυσες. Και σε πρόσεχε σαν τα μάτια του. Κι ερχόταν τα βράδια εδώ στο χωριό και ανταμώνατε στα κρυφά. Μα δεν έδωσες σε κανέναν δικαίωμα να ψιθυρίσει δυο λέξεις για σένα κακές. Γιατί είχες τον τρόπο σου να ημερεύεις τ’ αγρίμια και βοηθούσες τους πάντες. Γινότανε λαθρεμπόριο εδώ. Πάρε – δώσε οι χωριανοί μας με Λευκαδίτες εμπόρους. Τους κάρφωσαν, φαίνεται, κάποιοι από μέσα και τους κλείνουν στο κρατητήριο οι Ιταλοί. Θα τους βασάνιζαν και ποιος ξέρει τι άλλο θ’ ακολουθούσε. Τους βλέπεις, «χωριανοί μου αυτοί, αφήστε τους», τους είπες και τους αφήσανε. Τους γλίτωσες.


Δυο χρόνια κράτησε ο παράξενος αυτός σου δεσμός. Φεύγει ο Ιταλός με μετάθεση, φεύγεις κι εσύ για την Πάτρα και πηγαίνεις να ζήσεις στο σπίτι της θείας μας. Και δε σε αγγίξανε οι σφαίρες των Γερμανών εκείνο το ματωμένο πρωί. Κι ούτε γνώρισες όπως εγώ το μακελειό και την απέραντη πίκρα. Τι να θυμηθώ; Ήμουν δεκαεφτά τότε χρονών. Και τα ’δα με τα μάτια μου όλα. Μα πώς να βρω δύναμη να σ’ τα πω;


Έπεσε, ξέρεις, απαλά το σούρουπο εκείνο το βράδυ του 1943. Τι βράδυ! Μαγεία! Δεκαπενταύγουστος πλημμυρισμένος στο σεληνόφωτο. Είχαμε πανηγύρι. Γινόταν κι ο γάμος του Μάλλιου. Κοιμήθηκα στο χωριό. Χαράματα ξύπνησα για να βγάλω τα γίδια και να τα πάω στη βοσκή. Βγαίνω προς τα χωράφια και φτάνω στο γιαλό, δεν είχε σκάσει ακόμα ο ήλιος, εκεί ακούω πυροβολισμούς, κλάματα, κακό, κατάλαβα, «ήρθαν», έβαλα με το νου μου, «οι Γερμανοί και μας καίνε». Βλέπω εκεί δίπλα μου τον μπάρμπα Φίλιππα με δύο γελάδες, «μπάρμπα Φίλιππα», του φωνάζω ασθμαίνοντας, «έλα και χώσου εδώ στο χαντάκι, γίνεται χαμός, φωτιές, καίγονται τα σπίτια και σκοτώνουν τον κόσμο», «καλά», μου λέει, «περίμενε να πάω να πάρω και τ’ άλλα τα γελάδια να τα γλιτώσω και θα γυρίσω», γυρίζει την πλάτη του, τον βλέπουν από μακριά οι Γερμανοί, άσπρο πουκάμισο, τον κοιτάω, πέφτει κάτω λες κι ήταν δέντρο κομμένο, με πιάνει τρεμούλα και χώνομαι βαθύτερα στο χαντάκι, οι σφαίρες περνούσαν πάνω απ’ το κεφάλι μου, φεύγω μετά έρποντας προς τα πέρα και γλίτωσα, τα γίδια σκορπίσανε απ’ το φόβο τους και τα βρήκα το απόγευμα αργά μακριά απ’ το χωριό, πήγα στις Συκιές δίπλα, στο σόι της μάνας μας, εκεί σε λίγο παρουσιάστηκε – μια θλίψη ολόκληρη – ο πατέρας μας,
- Τι έγινε; τον ρωτάνε με τρόμο οι άλλοι και κρεμιούνται απ’ τα χείλη του,
τι να πει; δε βγαίνανε οι λέξεις,
- Σκοτώσανε τη γυναίκα μου και τη μικρή, λέει και βουβαίνεται.
Ήρθαν ύστερα κι άλλοι, μαζευτήκαμε και μάθαμε τι έγινε και τι απέμεινε στο χωριό.
Το ζώσανε οι Γερμανοί το πρωί, πριν σκάσει ο ήλιος, και πλησίαζαν στην πλατεία του. Και κάνανε σκόνη, καπνό και φωτιά ό,τι βρίσκανε μπρος τους. Φτάνουν έξω απ’ τα σπίτια μας. Ήταν εδώ ένας τελωνοφύλακας με στολή. Τον βλέπουν δύο Γερμανοί στρατιώτες, τον περνάνε για αντάρτη και γυρίζουν πίσω για να φέρουν ενισχύσεις. Κατάλαβε εκείνος και φωνάζει στους άλλους ρεκάζοντας, με την καρδιά του να τρέμει: «φύγετε, χωθείτε στο χαντάκι να γλιτώσετε, σκοτώνουν». Εκεί κρυφτήκαν τ’ αδέρφια μας και τριάντα νοματαίοι. Και σωθήκανε.


Μα δεν πρόλαβε κι η μάνα μας να κρυφτεί. Βγήκε στο δρόμο να δει τι γίνεται. Και τη θέρισαν οι Γερμανοί, μαζί με τη μικρή αδερφή μας και τον παππού μας. Τη βρήκα την άλλη μέρα εκεί ξαπλωμένη μ’ ένα σακουλάκι αλάτι στο χέρι. Και δίπλα της με το πρόσωπό της καμένο η Ζωή. Η τρίχρονη αδερφούλα μας.


Ερημώσανε όλα. Στάχτη τα σπίτια, κάρβουνα οι άνθρωποι, μωρά πεταμένα, ο γάμος του Μάλλιου στρωμένος στο χώμα και βυθισμένοι στο αίμα η νύφη, ο γαμπρός, τ’ αδέρφια, οι γονείς, όλοι, είκοσι νοματαίοι στο ποτάμι πνιγμένοι και ξεβρασμένοι στις όχθες, μυρουδιά σάρκας καμένης παντού, πού να μείνεις και να πας πού… Κι ήταν καλοκαίρι ακόμα. Εφιάλτες τα βράδια. Συν η πείνα, η γύμνια, ο φόβος, η απόγνωση. Θάβουμε μάνα, αδερφή και παππού και μοιραζόμαστε με τους άλλους τα φαντάσματα και τη φρίκη. Το Σεπτέμβρη παίρνουμε τα μάτια μας και βρίσκουμε καταφύγιο κοντά σας. Θα πεθαίναμε αλλιώς. Πού να βγει δίχως μάνα ο χειμώνας, πού να βγουν οι παγερές χειμωνιάτικες νύχτες μέσα σ’ αυτό το τοπίο θανάτου;
Σε βρήκαμε εκεί. Αγαπητικιά τώρα του Γερμανού αξιωματικού. Που νοίκιασε δωμάτιο στο σπίτι της θείας μας και μένατε δίπλα – δίπλα. Συνδεθήκατε και σ’ αγάπησε. Πώς ν’ αντισταθεί ο άνθρωπος στην αρχοντική ομορφιά σου; Μα ατόφια εσύ Ελληνίδα. Του αγώνα και της αντίστασης. Χιλιάδες έσωσες πατριώτες, που τους πιάνανε οι γκεσταπίτες και τους ρίχνανε στα μπουντρούμια, με αβέβαιη την τύχη τους. Πήγαινες κι εσύ με το Γερμανό το πρωί κι αντίκριζες μπρος στην πύλη το δυστυχισμένο κι έντρομο πλήθος να στέκεται απέξω και να εκλιπαρεί. Τον καλόπιανες και του ’δινες το σημείωμα με πενήντα ονόματα, εξήντα, και τους χάριζες τη ζωή. «Δε σας πείραξαν, είναι αθώοι», του εξηγούσες. Επί ένα χρόνο σ’ αγαπήσανε οι άνθρωποι και σ’ είχανε στήριγμα.
Έρχεται ο Οκτώβρης του ’44. Κι έρχεται κι η κατάρρευση των Γερμανών. Σε χάσαμε. Άφαντη. Και μας έχασες. Πήραν κάπως να φτιάξουν τα πράγματα και γυρίσαμε στο χωριό. Απ’ τους δέκα πριν τον πόλεμο και τη σφαγή μαζευτήκαμε μες στο κρύο και καμένο μας σπίτι μονάχα οι πέντε. Μάνα, αδερφή και παππούς μας στο χώμα. Εσύ αγνοούμενη. Ο Δημητράκης στην Πάτρα. Μαύρη η ζωή μας εδώ, μες στα ερείπια και στους τάφους ανάμεσα. Τρία χρόνια μετά, το ’46, χάσαμε και τον πατέρα. 46 χρονών. Τον πέθανε το ποτό, που του ’καψε τα έντερα.


Το πήραμε απόφαση πια. Και παλέψαμε να μαζέψουμε ό,τι μας έμεινε και να φτιάξουμε μ’ αυτό τη ζωή μας. Γιατί αλλιώς δε γινόταν. Δε σε ψάξαμε. Πού μέσα και πού κράτος και πού υπηρεσίες να ρωτήσουμε, να ρωτήσουν, να ψάξουν, να μάθουν, να μάθουμε. Ήρθαν άλλα μετά: εμφύλιος, διαίρεση, μίση, διώξεις, μια γούρνα η Ελλάδα κι εμείς στα λασπονέρια της βουλιαγμένοι και στη σιωπή μας πνιγμένοι. Πού είσαι, μωρέ Βασιλική, πού χάθηκες; άκουγα πού και πού μια φωνή μέσα μου. Λες κι ήρθε κάποτε και σε βρήκε η φωνή μου. Και την άκουσες και θυμήθηκες. Το ’65 φτάνει στο χωριό απ’ την Αμερική ένα δέμα. Το παίρνω στα χέρια μου τρέμοντας. Τζούλια Τσίμπσον ο αποστολέας. Τρόμαξα. Τι σόι πράμα είναι αυτό, αναρωτήθηκα. Το πάω σπίτι, το ανοίγω. Ψάχνω για το σημείωμα, το γράμμα. Και τα μάτια μου βούρκωσαν.


«Αγαπημένε μου αδερφέ, χαθήκαμε και δεν ξέρω αν ζεις ή αν έχεις πεθάνει. Μακάρι να ζει απ’ το σπίτι μας κάποιος και να μου δώσει κι εμένα σημεία ζωής. Όταν έγινε η κατάρρευση, με παίρνει μαζί του ο Γερμανός, ανεβαίνει στο τζιπ και μ’ ανεβάζει κι εμένα σ’ αυτό. Πίσω μας ένας χαμός απ’ τους βομβαρδισμούς, τις ανατινάξεις και τη διάλυση. Ίσα που προλάβαμε να περάσουμε τον Ισθμό, με την ελπίδα πως θα βρούμε τρόπο για να φτάσουμε στη Γερμανία. Φτάνουμε με το Γερμανό έξω απ’ τη Σερβία. Αμερικάνοι στα σύνορα. Κάνουν κλοιό, μας σταματάνε. Εγώ δεν τα ’χασα. Πηδάω έξω απ’ το τζιπ, βλέπω τον Αμερικάνο κι αρχίζω να του φωνάζω: εγώ Γκρέκα, όμηρος, του λέω. Συλλαμβάνουν το Γερμανό κι εμένα με κρατά ο Αμερικάνος. Τι απέγινε ο Γερμανός δεν έμαθα. Μα εγώ ακολούθησα τον Αμερικάνο που με πήρε μαζί του και με παντρεύτηκε στην Αμερική. Ζούμε τώρα στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας. Έχω αλλάξει όνομα, καθώς είδες στη σύσταση, δεν είμαι η Βασιλική πια, είμαι η Τζούλια Τσίμπσον, ο άντρας μου είναι ένας χρυσός άνθρωπος, κάναμε και μια κόρη μαζί, περιμένω γράμμα σου, γράψε μου για τον πατέρα μας και τ’ αδέρφια μας, για το χωριό μας, δε σας έχω ξεχάσει, σε φιλώ και καλή αντάμωση».


Σου απάντησα αμέσως και σου τα ανέλυσα όλα με το νι και με το σίγμα. Μου ξανάστειλες δέμα, σου ξανάστειλα γράμμα, τι να βρω εδώ πέρα να σου στείλω κι εγώ και πώς να σ’ το στείλω; επικοινωνήσαμε δυο – τρία χρόνια κι ύστερα σταμάτησες ξαφνικά να μου στέλνεις και να μου γράφεις. Σε περίμενα. Ίσως κάποτε σε δω ξάφνου μπροστά μου ξανά, έλεγα και ζέσταινα την ψυχή μου. Μα περάσαν’ τα χρόνια και αφήσανε πάνω μας χαλάσματα, πέτρες και στάχτες. Δε λέω. Καλά είμαι. Κι ας χαθήκατε όλοι. Κι ας απέμεινα μόνος μου. Κι ας μην έχω τα εγγόνια μου δίπλα μου να παίζω μαζί τους και να ξεχνώ. Μα καλά είμαι.
Ακόμη κι όταν τα βράδια τραβώ το σύρτη μες στο έρημο σπίτι μου και συλλογίζομαι τα παλιά κι αναπολώ και ονειρεύομαι και ψάχνω να θυμηθώ τη μορφή σου και δακρύζω κάποτε την ώρα που χαράζει η αυγή και σε βλέπω στην αυλή μας να λάμπεις νεράιδα πεντάμορφη και φιλί να μου στέλνεις. Και μου ’ρχεται μετά να φωνάξω, να βγάλω κραυγή δυνατή, να ουρλιάξω και να μ’ ακούσεις εκεί πέρα που βρίσκεσαι, όπου κι αν βρίσκεσαι, στον απάνω ή στον κάτω κόσμο: Πού είσαι, μωρέ Βασιλική; Πού να είσαι

 © 2016 Ηλίας