Άη Κομμένο

Της Άσβεστης Μνήμης

Μαρτυρολόγιο

mnhmeio pesonton nyxta
6 Νοεμβρίου – Στην Τρίπολη εκτελούν 18 κατοίκους από το Διαβολίτσι Μεσσηνίας.
6 Νοεμβρίου – Στην Τρίπολη εκτελούν 18 ομήρους από τις φυλακές. Στην Αθήνα εκτελούν 6 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
7 Νοεμβρίου Οι ναζί καταστρέφουν το μεγαλύτερο μέρος του Καρπενησιού.
13 Νοεμβρίου – Στο Νομό Πιερίας, πρώτη λεηλασία και πυρπόληση του χωριού Ελατοχώρι.

Song for Kommeno

Σοφά Λόγια

Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκανεν εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης.

Μακρυγιάννης.

Εκδηλώσεις

ekdiloseis1

Καιρός

kairos

Στο Κομμένο τώρα

Κακούργες μέρες - Βασίλω Λάμπρη

lamprhvasilikhΣτη γλυκιά και θεία Βασίλω που τ’ αφηγήθηκε   
Ήμουν δεκαοχτώ χρονών κοπέλα τον Αύγουστο του ’43, όταν έκαψαν οι Γερμανοί το χωριό. Ένα καλυβάκι όλο κι όλο το σπίτι μας. Κι αυτό το βρήκαμε στάχτη όταν πέρασε η μπόρα και γυρίσαμε, λίγες μέρες μετά, να ιδούμε τι χάθηκε και τι απέμεινε. Καλύτερα να μη βλέπαμε. Αλλά ήταν κι άλλοι χειρότερα, γιατί αυτοί δε χάσανε σπίτια μονάχα καλά και γεννήματα και κόπους.

Αυτοί χάσανε ανθρώπους. Και κάποιοι τούς χάσανε όλους, φαμελιές ολόκληρες ξεκληρίστηκαν και μερικά παιδιά έμειναν ορφανά στους πέντε δρόμους. Κι έτσι τα δικά μας δεν ήταν τίποτε μπροστά στα δικά τους.  
Εκείνη την Κυριακή του δεκαπενταύγουστου γινόταν ο γάμος της Αλεξάνδρας. Το σπίτι μας δίπλα στο σπίτι της. Δε σταμάτησα όλη μέρα να πηγαίνω και να ’ρχομαι και να πιάνομαι στο χορό, να τρελαίνομαι. Όλη νύχτα την έβγαλα εκεί. Γάμος σαν του Θόδωρου Μάλλιου άλλος δεν έγινε στο χωριό. Μια κούκλα η νύφη κι ο γαμπρός ο Θεοχάρης θηρίο παλικάρι. Έπαιρνε να χαράξει όταν ακούστηκαν τουφέκια και πολυβόλα που τύλιξαν το χωριό και το ’καναν κόλαση. Σταματήσανε απότομα οι φωνές και στρέψαμε όλοι τ’ αφτιά και τα μάτια μας κατά εκεί που ερχότανε οι κρότοι.


Δε μου ’κοβε κιόλας, δεν καταλάβαινα τι γινότανε, βγαίνω στο δρόμο και πάω προς τα εκεί. Μανούλα μου, φώναξα και γύρισα πίσω με την καρδιά μου και το κορμί μου ρετάλια. Μπουλούκια – μπουλούκια οι Γερμανοί έμπαιναν μες στα σπίτια και ρήμαζαν, έκαιγαν, σκότωναν. Θρήνοι και ουρλιαχτά στο σπίτι του Χρήστου Κολιοκώτση, σκότωσαν την κόρη του Ρίνα στην αυλή και τη μάζευαν να την κλάψουν η μάνα της και τ’ αδέρφια της, δεν ήξεραν κι αυτοί τι μακελειό τους περίμενε.
Γυρίζω στο γάμο. Χτύπαγαν τα σαγόνια μου, θα ’σπαγαν. Φύγε, μου κάνει ο Θοδωρή Μάλλιος. Φεύγω και περνάω απ’ το σπίτι μας. Χαλασμός στο χωριό. Κραυγές, βογκητά, σφαίρες, τουφέκια, μπουμπουνητά, χάλαγε ο Θεός τον κόσμο. Τους σηκώνω απ’ το στρώμα, ο πατέρας μου πρόλαβε κι είχε φύγει. Τραβάω απ’ το χέρι τη μάνα μου και τον αδερφό μου, παίρνω αγκαλιά την αδερφή μας τη Λένη, ρίχνω και σ’ έναν ντορβά ένα κομμάτι ψωμί και τρέχουμε άκρη – άκρη να φτάσουμε στο ποτάμι να περάσουμε απέναντι να σωθούμε. Τρέχαμε και δεν κοιτάγαμε πίσω. Χωθήκαμε μες στα νερά ως το λαιμό, βλέπουμε τη βάρκα του Σπύρου να γυρίζει ανάποδα και να βυθίζονται στα νερά δεκαεφτά νοματαίοι, πού δάκρυα όμως και πού χρόνος και δύναμη να μείνουμε να τους κλάψουμε.


Βγαίνουμε απέναντι. Λες και μεγάλωσε ο φόβος, καθώς νομίζαμε πως θα περάσουν κι εκείνοι και θα μας βρούνε να μας σκοτώσουν εκεί. Με τα πολλά, φτάσαμε λαχανιάζοντας σε κάτι καλύβες και λουφάξαμε κάτω να πάρουμε ανάσα. Βρεγμένοι απ’ την κορφή ως τα νύχια, μα τι ήταν αυτό μπροστά στα βάσανα των άλλων; Ως το μεσημέρι σφυροκόπημα στο χωριό, ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, κανένας δεν ήξερε. Φλόγες μονάχα, καπνοί κι ανατινάξεις κι εκρήξεις και ρήμαγμα και συντέλεια. Κάποια στιγμή σταμάτησαν ν’ ακούγονται τα τουφέκια κι ακούσαμε την καμπάνα μας. Ήταν το σύνθημα. Μαζεύτηκαν οι Γερμανοί, μετρήθηκαν, όλοι παρόντες, κανένας τους ούτε μια γρατσουνιά. Κι έφυγαν. Κι από τους εξακόσιους πενήντα, βάλε εφτακόσιους, του χωριού μας απόντες τριακόσιοι δεκαεφτά!
Δεν το κουνήσαμε από εκεί. Πέρασαν και μας είπαν: εκείνον τον ξάπλωσαν μες στο δρόμο, τους άλλους τους έκαψαν μες στα σπίτια τους, στο γάμο του Μάλλιου τους σκότωσαν όλους, γέμισε πτώματα η αυλή και δεν έμεινε πέτρα απ’ τα σπίτια του, στου Χρήστου Κολιοκώτση τους βρήκανε όλους μαζί πάνω απ’ τη Ρίνα και τους έκαναν στάχτη. Μας έπιασε τρόμος και κλαίγαμε τουρτουρίζοντας, αν κι ήταν Αύγουστος. Πού να πάμε; Καθίσαμε μέρες εκεί. Σ’ ένα ψεύτικο καλυβάκι. Και μαθαίναμε νέα για τα καμένα μας σπίτια και τους χαμένους μας συγγενείς απ’ τους χωριανούς μας που βρήκαν τη δύναμη και το θάρρος και πήγαν κι άνοιξαν λάκκους κι έθαψαν τους νεκρούς τους στον τόπο που βρέθηκαν σκοτωμένοι. Μια θεία μας, αδερφή της μάνας μας, που ήταν παντρεμένη στ’ άλλο χωριό, στο Νεοχώρι, μας έφερνε λίγο ψωμί, πού να το ’βρισκε η καημένη κι αυτή, και ξεγελούσαμε μ’ εκείνο την πείνα μας.


Περάσανε οι μέρες και δεν αντέχαμε άλλο, κάναμε την καρδιά πέτρα, αφήσαμε το καλύβι μας και μαζευτήκαμε στο χωριό. Τι να ιδούμε και τι ν’ απολάψουμε! Μαύρα όλα. Μαύρα και λυπητερά. Μύριζε το χωριό σάρκα καμένη και κάρβουνο. Πού να μείνεις; Καμένα τα σπίτια μας, ρημαδιό οι αυλές μας, μια θλίψη και μια δυστυχία παντού. Κουβαλήθηκαν στα χωράφια τους όλοι, έξω απ’ το χωριό, κάποιοι χώθηκαν στις καλύβες που είχαν φτιάξει για τα πρόβατα και τα γελάδια τους και ζούσαν μαζί τους εκεί. Κι άλλοι στοιβάχτηκαν όπως – όπως σε κάτι πέτρινες καμένες χαμηλές αποθήκες κι ακουμπούσαν τα βράδια στο χώμα δέκα και δεκαπέντε νοματαίοι, με τα μάτια ολάνοιχτα και τ’ αφτιά τεντωμένα, μην πλακώσουν ξανά οι Γερμανοί και τους πιάσουν στον ύπνο ξανά και δε μείνει ψυχή πια στο χωριό.
Πήρε ο πατέρας μας κάτι φούρκες, έκοψε λυγαριές, έπλεξε στα γρήγορα κι όπως να ’ναι τέσσερις τοίχους, τους έδεσε και τους έστησε, έφτιαξε λάσπη κι η μάνα μου και τους άλειψε, σκεπή από ψαθί, συμμαζευτήκαμε εκεί όπως – όπως, γιατί ερχόταν χειμώνας και θα πεθαίναμε απ’ τις βροχές και τα κρύα.


Μα μας θέριζε η πείνα. Τα μάτια χωμένα στις κόγχες, κομμένα τα γόνατα, κοντεύαμε να μείνουμε με τα κόκαλα μόνο. Τι να κάνουμε;
- Πάρτε σακούλι και τραβάτε να ζητιανέψετε στ’ άλλα χωριά, μας διάταξε η μάνα μου.
- Τι; ξεφωνίσαμε. Ζητιανιά;
Δεν το χώραγε ο νους μας και μας έπιανε τρέλα. Πού να πάμε;
- Αλλιώς θα πεθάνουμε, κακομοίρες, όλοι απ’ την πείνα, συμπλήρωσε με φωνή που ’μοιαζε μοιρολόι. Γιατί είχαμε ξεμείνει πια κι από χόρτα και λάχανα και δεν προχώραγε άλλο η κατάσταση.
Ξεκινήσαμε το μαρτύριο των δρόμων. Απ’ το πρωί ως το βράδυ. Ξυπόλυτες και ρακένδυτες. Εγώ η αρχηγός και πίσω μου τρεις ξαδερφούλες μου ορφανές και μονάχες στον κόσμο. Με δάκρυα φεύγαμε, με δάκρυα γυρίζαμε. Το σακούλι στην πλάτη και δρόμο για τα γύρω χωριά. Κάποιοι πονούσαν μαζί μας, είχαν φίλους, γνωστούς και συγγενείς στο χωριό μας, μας ανοίγαν την πόρτα τους και μας έδιναν απ’ το υστέρημά τους. Λίγο ψωμί, λίγο αλεύρι, πέντε κλωνιά φασόλια, ό,τι βρίσκανε στο φτωχό σπιτικό τους. Μα άλλοι δεν ήθελαν ούτε καν να μας βλέπουν. Λες κι είχαμε πάνω μας λώβα. Δε μας έφτασε το κακό που μας βρήκε, μας βάραινε τώρα και η απονιά του κόσμου, λες και φταίγαμε εμείς που ρημάξανε κι αφανίσανε οι Γερμανοί το χωριό μας. Χτυπάγαμε, δε μας άνοιγαν. Και κάποιοι μας έδιωχναν. Κι είχαν άγριο το μάτι τους. Μας έπιανε το παράπονο και κλαίγαμε αμίλητες και δεν είχαμε πώς τον πόνο μας να μερέψουμε και πώς να σιγάσουμε τη δυστυχία μας.
- Δεν αντέχω άλλο, της είπα, καλύτερα να πεθάνω.


Με πήρε η μάνα μου αγκαλιά και με φίλησε. Είχαν περάσει πάνω από δέκα μέρες κι είχα διανύσει, μαζί με τις ορφανές και δυστυχισμένες ξαδέρφες μου, δεκάδες χιλιόμετρα, χτυπώντας πόρτες και γυρεύοντας τη συμπόνια και τα ψίχουλα των φτωχών συνανθρώπων μας. Βαριά τα πόδια μας το πρωί, το βράδυ ασήκωτα. Με λυπήθηκε και με κράτησε. Πέταξα το σακούλι μακριά, να μην το βλέπω, να μην το ξέρω, να μη με δικάσει, είπα, ποτέ ξανά η ζωή και το πιάσω στα χέρια μου. Αντέξαμε, ζήσαμε. Μέσα στη φτώχια και στην καταφρόνια. Γιατί μετά ξεχάστηκε ο κοινός πόνος και κάποιοι ξανάγιναν νοικοκυραίοι και μας βλέπανε από ψηλά. Δε μας λογάριαζαν τους φτωχούς. Και γλυκό ψωμί να φάμε δεν άφηναν. Αλλά έτσι είναι αυτά. Έτσι τα ’χει φτιάξει η ζωή.
Λέω μόνο. Χορτάσαμε πόνο. Αβάσταχτο, απίστευτο και απερίγραπτο. Τιμωρία και καταφρόνια. Να μην τα γνωρίσουν ποτέ τα παιδιά μου. Αυτό φώλιασε στην καρδιά μου. Γιατί ήμασταν φτωχοί άνθρωποι και δεν είχαμε στον ήλιο μοίρα. Κι έτρεμε μέσα μου το φυλλοκάρδι καθώς συλλογιόμουν μην η φτώχεια μάς γονατίσει και πάλι και ξαναπάρουμε το σακούλι για να ’χουν ένα κομμάτι ψωμί τα παιδιά μας. Δόξα τω θεώ, μας άκουσαν, μας πόνεσαν, αγωνίστηκαν και χόρτασαν το ψωμί που στερηθήκαμε εμείς και γίνανε νοικοκυραίοι με τα καλούδια όλα του κόσμου.


Αλλά ποτέ να μην έρθουν αυτές οι κακούργες μέρες που ξεκλήρισαν το Κομμένο και το ντύσαν στα μαύρα. Ποτέ. Δε χρωστούσαμε τίποτε εμείς. Δε χρωστούσανε τίποτε τα παιδιά μας. Να μη ζήσουν ποτέ τα παιδιά εκείνα που ζήσαμε εμείς…

 © 2016 Ηλίας