Άη Κομμένο

Της Άσβεστης Μνήμης

Μαρτυρολόγιο

mnhmeio pesonton nyxta
6 Νοεμβρίου – Στην Τρίπολη εκτελούν 18 κατοίκους από το Διαβολίτσι Μεσσηνίας.
6 Νοεμβρίου – Στην Τρίπολη εκτελούν 18 ομήρους από τις φυλακές. Στην Αθήνα εκτελούν 6 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
7 Νοεμβρίου Οι ναζί καταστρέφουν το μεγαλύτερο μέρος του Καρπενησιού.
13 Νοεμβρίου – Στο Νομό Πιερίας, πρώτη λεηλασία και πυρπόληση του χωριού Ελατοχώρι.

Song for Kommeno

Σοφά Λόγια

Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκανεν εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης.

Μακρυγιάννης.

Εκδηλώσεις

ekdiloseis1

Καιρός

kairos

Στο Κομμένο τώρα

16 Αυγ. 1943: το αληθινό πρόσωπο του ναζισμού στο Κομμένο

mpougia(Αφήγηση Δήμητρας Αποστόλου)
Παίρνω το δρόμο για τα χωράφια μας. Χαμός πίσω μου.  Φωτιές και  καπνοί, κλάματα, θρήνοι, εκρήξεις, φωνές, σφαίρες, αμέτρητες σφαίρες  παντού, πανδαιμόνιο. Φτάνω εκεί στη στροφή, βλέπω σκοτωμένη και  ξαπλωμένη στο δρόμο τη θεία Γούλαινα. Την άγγιξα και τη γύρισα.
Δεν  άντεξα και συνέχισα μέσα στο χαμό και στη νίλα.


Φτάνω σ’ ένα χαντάκι, σχεδόν έξω απ’ το χωριό. Δεκαπέντε νοματαίοι  σκοτωμένοι και πεσμένοι όπως να ’ναι. Οικογένεια ολόκληρη. Και δύο  κοπέλες σκοτωμένες κι όρθιες στο χαντάκι. Τις σκότωσαν και τις έστησαν  όρθιες. Πού να καταλάβω κι εγώ πώς και γιατί βρέθηκαν όρθιες; Άκουσα  αργότερα πως κάποιοι Γερμανοί στρατιώτες σκότωναν και βίαζαν τις  κοπέλες. Ξαναπάω στο χωράφι μας και φτάνω μπροστά σ’ ένα μικρό ύψωμα. Μ’ έτρωγε  η περιέργεια κι ανέβηκα για να δω απ ό εκεί. Με είδαν οι Γερμανοί από  πέρα κι έστησαν το πολυβόλο. Κι άρχισαν να μου ρίχνουν ριπές. Περνούσαν οι σφαίρες σφυρίζοντας ξυστά δίπλα μου και μου ’καιγαν τα  μαλλιά μου. Δε με πήρε καμιά, λες κι ήταν θαύμα. Χώθηκα μες στα  χωράφια κι έτρεχα όπου να ’ναι.

Κάποια στιγμή χτύπησε το μεσημέρι η καμπάνα. Ήταν το σύνθημα πως  τέλειωσε η μάχη. Ήμουν σε μιαν άκρη κρυμμένη κι έβλεπα που μαζεύονταν  στην εκκλησία για να μπουν στ’ αυτοκίνητα και να φύγουν. Είχαν και  φορτηγά που τα γέμισαν ζώα, γελάδια, άλογα, ρουχισμό. Βγήκα προς το καμπαναριό, δεν ήξερα ούτε τι να κάνω ούτε προς πού να  
πάω. Έχασα! Έκατσα μοναχή μου. Φτάνουν εκεί λίγο μετά ο Βαγγέλης  Παπαλίας με το Βασίλη Γιώτη. Τους γνώριζα.

- Πού πάτε, τους λέω, στο χωριό δεν υπάρχει κανένας.
Έρχονταν απ’ τα χωράφια. Οι άντρες το βράδι δεν κάθονταν σπίτια τους.  
Περνούσαν έξω τη νύχτα τους. Αυτοί δε με πίστευαν πως το χωριό μας  έγινε στάχτη. Με πήρε ο Βαγγέλης Παπαλίας και πάμε στα σπίτια του. Τι  να δούμε;  Εκεί είδαμε τη Μαρία τη γυναίκα του σκοτωμένη με την κοιλιά  της σχισμένη και δύο παιδιά, τι παιδιά, έμβρυα ήταν, το ένα δεξιά της  και τ’ άλλο αριστερά της. Δεν τους έφτασε που τη σκότωσαν, καστρωμένη  γυναίκα, της άνοιξαν την κοιλιά κι έβγαλαν από μέσα τα έμβρυα. Το ένα  
το έβαλαν στη δεξιά της και τ’ άλλο στην αριστερή αγκαλιά της…

 © 2016 Ηλίας