Άη Κομμένο

Της Άσβεστης Μνήμης

Μαρτυρολόγιο

mnhmeio pesonton nyxta
6 Νοεμβρίου – Στην Τρίπολη εκτελούν 18 κατοίκους από το Διαβολίτσι Μεσσηνίας.
6 Νοεμβρίου – Στην Τρίπολη εκτελούν 18 ομήρους από τις φυλακές. Στην Αθήνα εκτελούν 6 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
7 Νοεμβρίου Οι ναζί καταστρέφουν το μεγαλύτερο μέρος του Καρπενησιού.
13 Νοεμβρίου – Στο Νομό Πιερίας, πρώτη λεηλασία και πυρπόληση του χωριού Ελατοχώρι.

Song for Kommeno

Σοφά Λόγια

Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκανεν εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης.

Μακρυγιάννης.

Εκδηλώσεις

ekdiloseis1

Καιρός

kairos

Στο Κομμένο τώρα

Στην ορφάνια - Δήμητρα Αποστόλου

apostolou dhmhtraΣτη Δήμητρα που την άντεξε
Τι να πω; Έζησα, πώς έζησα. Ήταν να ζήσω, το ’γραψε η τύχη μου, άλλη εξήγηση πού να βρω να την πω. Μια οικογένεια κόσμος χάθηκε μ’ ένα πέρασμα: μάνα, πατέρας, γιαγιά, δύο αδερφάκια, εγώ γλίτωσα. Κι ας γυρόφερνα σα χαμένη μέσα στο χαλασμό και στις σφαίρες. Κι ας έστησαν το πολυβόλο και μου ρίχνανε οι Γερμανοί πάνω στον όχτο. Τίποτα! Μήπως όμως και καταλάβαινα τι γίνεται; Πέρασε πολύς καιρός για να χωρέσει εδώ στο μυαλό μου τι ήταν αυτό που περάσαμε.  


Ήμουν οχτώ χρονών εκείνον τον Αύγουστο του ’43. Το σπίτι μας στο έμπα του χωριού. Απ’ την εκκλησιά εκατό βήματα. Ξημέρωσε η Δευτέρα 16 Αυγούστου, μια μέρα μετά το πανηγύρι μας. Μπονόρα σηκωθήκαμε ανάστατοι όλοι στο πόδι. Μας ξύπνησαν τ’ αυτοκίνητα των Γερμανών που στάθμευσαν δίπλα στην εκκλησιά και πήδησαν από μέσα οι στρατιώτες ζωσμένοι με όπλα και χειροβομβίδες. Ήμασταν άμαθοι τότε από τέτοια. Είπαμε ήρθαν να πάρουν κότες κι αβγά, όπως έρχονταν οι Ιταλοί. Πού να ξέρουμε κι εμείς τι μας περίμενε!


Έρχεται ο μπάρμπας μου ο Αντώνης, ο αδερφός του πατέρα μου.
- Αντώνη, του λέει ο πατέρας μου, δε βλέπω καλά πράματα, να πάρουμε τα παιδιά και να φύγουμε.
- Όχι, μωρέ, δεν είναι τίποτα. Καθίστε μέσα, απάντησε εκείνος. Είναι Ιταλοί που ήρθαν να πάρουν κότες και αβγά.
Δεν την τέλειωσε την κουβέντα του κι άρχισε ο χαλασμός. Τουφεκίδι και σκοτωμός. Αυτοί κύκλωσαν το χωριό κι έπιασαν τα στενά και τους δρόμους. Δεν μπορούσαμε πια να ξεφύγουμε. Κι άρχισαν μετά να βαρούν στο σταυρό και να γίνεται γύρω μας κόλαση. Ο πατέρας μου γυρόφερνε στο σπίτι ανήσυχος. Κι εκεί στην αυλή μας ήρθε μια ριπή απ’ το στενό πίσω, τον πήρε και τον ξάπλωσε κάτω. Ξεψύχησε αμέσως. Εμείς σηκωθήκαμε και κλαίγαμε απάνω του. Τον πήρε απ’ τις μασχάλες η μάνα μου και τον τράβηξε μέσα.
- Μην κλαίτε, μας λέει, άθελα τον σκότωσαν τον πατέρα σας. Πηγαίνετε και ξαπλώστε στο κρεβάτι.
Τη γιαγιά μου τη σκότωσαν λίγο πρωτύτερα. Τη βρήκαν οι σφαίρες και της άδειασαν το μισό κεφάλι. Έπεσε στην αυλή πρώτη. Κι ύστερα ήρθαν και της βάλαν φωτιά. Με τα ίδια τα μάτια μου την είδα να καίγεται. Πώς καίγεται το δαδί; Έτσι καιγότανε κι η γιαγιά μου.


Χωθήκαμε μέσα τα τρία αδέρφια και λουφάξαμε κλαίγοντας στο κρεβάτι. Μα είχαμε το κεφάλι μας έξω απ’ τα στρώματα και τα βλέπαμε όλα. Ήρθαν δυο πάνοπλοι Γερμανοί και βρήκαν τη μάνα μου στην αυλόπορτα.
- Μη με σκοτώνετε, τους παρακάλεσε, έχω μικρά παιδιά, είπε κλαίγοντας κι έδειξε προς το μέρος μας.
Καμιά λύπη. Της έριξαν μια ριπή και τη γκρέμισαν κάτω. Και την αφήσανε εκεί κι έφυγαν. Πέρασε κάπου μισή ώρα κι εμείς δεν κουνηθήκαμε απ’ το κρεβάτι. Ήρθαν μετά κάποιοι άλλοι στρατιώτες στο αυλή μας και στάθηκαν πίσω απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Εκεί ακριβώς που ακούμπαγε το κρεβάτι στον τοίχο. Δίπλα μου είχε λουφάξει ο Ευγένιος, έντεκα χρονών, και στα πόδια μου ο Νίκος, τριών χρονών. Έριξαν μια χειροβομβίδα πάνω στο μαξιλάρι μας. Έσκασε στο κεφάλι μου εκείνη, στο μαξιλάρι ακριβώς που ακουμπούσα. Σκοτώθηκαν και τα δύο μου αδέρφια κι εμένα δε με πήρε ούτε ένα βλήμα, δεν είχα ούτε μια γρατσουνιά. Το μικρότερο αδερφό μου τον είδα να βγάζει καπνό κι αίμα απ’ το στόμα του. Το μεγαλύτερο τον πήραν τα βλήματα στο χέρι και στην πλάτη και του άνοιξαν τρύπα, έκλαψε, έκλαψε λίγο και μετά πέθανε.
Έμεινα εκεί μόνη μου. Πέντε άνθρωποι σκοτωμένοι στο σπίτι μου, οι Γερμανοί να πηγαίνουν και να ’ρχονται κι εγώ στο κρεβάτι στρωμένη. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε όταν ήρθε ένας ντυμένος στρατιωτικά, με κράνος, με όπλα, κανονικά, Γερμανός ήταν, Έλληνας; δεν κατάλαβα. Με ξεσκεπάζει και
- Μη φοβάσαι, μου λέει στα ελληνικά, κάτσε αυτού, δε θα σε πειράξουν.
Αλλά πού εγώ; Σηκώνομαι και πάω δίπλα στην αυλή του μπάρμπα μου του Αντώνη. Τον βλέπω γυρτό πάνω στο φράχτη. Μαζεμένος και σκεπασμένος με το σακάκι του.
- Τι κάνεις εδώ; τον ρωτάω σκύβοντας πάνω του.
Μ’ αγκάλιασε αυτός.
- Μου ’ριξαν μια ριπή, μου ’χουν το χέρι και το ποδάρι κομμένο. Πήγαινε μέσα, μου λέει.
- Πού να πάω; του κάνω, τους σκότωσαν όλους, δεν έμεινε κανένας.
- Καλά, μου λέει, πήγαινε μέσα και κάτσε στο κρεβάτι, θα φύγουν αυτοί, θα ’ρθω κι εγώ και θα κάτσουμε το βράδυ μαζί.


Φεύγω και πάω στ’ άλλα σπίτια της γειτονιάς, ήθελα να παίξω, τόσο μου ’κοβε το κεφάλι, αλλά ήξερα κι εγώ τι γινόταν, είπα πως σκότωσαν τους δικούς μου μονάχα και θα φύγουν, ήξερα εγώ πως σκότωσαν όλο τον κόσμο;
Τον μπάρμπα μου τον Αντώνη δεν τον ξανάδα. Ή πέθανε ή πέρασαν ξανά και τον αποτελείωσαν. Παίρνω το δρόμο για τα χωράφια μας. Χαμός πίσω μου. Φωτιές και καπνοί, κλάματα, θρήνοι, εκρήξεις, φωνές, σφαίρες, αμέτρητες σφαίρες παντού, πανδαιμόνιο. Φτάνω εκεί στη στροφή, βλέπω σκοτωμένη και ξαπλωμένη στο δρόμο τη θεία Γούλαινα. Πήγε πρωί να πάρει νερό στο ποτάμι και γύριζε σπίτι της κουβαλώντας στο κεφάλι τον τσίγκο. Τη γαζώσανε οι σφαίρες, πέρα ο τσίγκος, πέρα η θεία Γούλαινα. Την άγγιξα και τη γύρισα. Δεν άντεξα και συνέχισα μέσα στο χαμό και στη νίλα.
Φτάνω σ’ ένα χαντάκι, σχεδόν έξω απ’ το χωριό. Δεκαπέντε νοματαίοι σκοτωμένοι και πεσμένοι όπως να ’ναι. Οικογένεια ολόκληρη. Και δύο κοπέλες σκοτωμένες κι όρθιες στο χαντάκι. Τις σκότωσαν και τις έστησαν όρθιες. Πού να καταλάβω κι εγώ πώς και γιατί βρέθηκαν όρθιες; Άκουσα αργότερα πως κάποιοι Γερμανοί στρατιώτες σκότωναν και βίαζαν τις κοπέλες. Το μυαλό μου σταμάτησε κι η ψυχή μου αποξενώθηκε. Δεν ένιωθα τίποτε. Έβλεπα τους σκοτωμένους κι έφευγα, λες και δεν καταλάβαινα. Γύριζα να πάω σπίτι μου, έφτανα απέξω κι άλλαζα δρόμο. Ίσαμε δέκα φορές πήγα κι ήρθα, σα να μην ένιωθα τι γίνεται γύρω μου.
Ξαναπάω στο χωράφι μας και φτάνω μπροστά σ’ ένα μικρό ύψωμα. Μ’ έτρωγε η περιέργεια κι ανέβηκα για να δω από εκεί. Με είδαν οι Γερμανοί από πέρα κι έστησαν το πολυβόλο. Κι άρχισαν να μου ρίχνουν ριπές. Περνούσαν οι σφαίρες σφυρίζοντας ξυστά δίπλα μου και μου ’καιγαν τα μαλλιά μου. Δε με πήρε καμιά, λες κι ήταν θαύμα. Χώθηκα μες στα χωράφια κι έτρεχα όπου να ’ναι.
Κάποια στιγμή χτύπησε το μεσημέρι η καμπάνα. Ήταν το σύνθημα πως τέλειωσε η μάχη. Ήμουν σε μιαν άκρη κρυμμένη κι έβλεπα που μαζεύονταν στην εκκλησία για να μπουν στ’ αυτοκίνητα και να φύγουν. Είχαν και φορτηγά που τα γέμισαν ζώα, γελάδια, άλογα, ρουχισμό.
Έφυγαν κι άφησαν πίσω τους τη φωτιά και το θάνατο. Στο χωριό δεν είχα καρδιά να μπω και να δω. Βγήκα προς το καμπαναριό, δεν ήξερα ούτε τι να κάνω ούτε προς πού να πάω. Έχασα! Έκατσα μοναχή μου. Φτάνουν εκεί λίγο μετά ο Βαγγέλης Παπαλίας με το Βασίλη Γιώτη. Τους γνώριζα.
- Πού πάτε, τους λέω, στο χωριό δεν υπάρχει κανένας.


Έρχονταν απ’ τα χωράφια. Οι άντρες το βράδι δεν κάθονταν σπίτια τους. Περνούσαν έξω τη νύχτα τους. Αυτοί δε με πίστευαν πως το χωριό μας έγινε στάχτη. Με πήρε ο Βαγγέλης Παπαλίας και πάμε στα σπίτια του. Τι να δούμε; Εκεί είδαμε τη Μαρία τη γυναίκα του σκοτωμένη με την κοιλιά της σχισμένη και δύο παιδιά, τι παιδιά, έμβρυα ήταν, το ένα δεξιά της και τ’ άλλο αριστερά της. Δεν τους έφτασε που τη σκότωσαν, γκαστρωμένη γυναίκα, της άνοιξαν την κοιλιά κι έβγαλαν από μέσα τα έμβρυα. Το ένα το έβαλαν στη δεξιά της και τ’ άλλο στην αριστερή αγκαλιά της…
Με πήραν το απόγεμα κάτι γειτόνισσες που γλίτωσαν και περάσαμε απέναντι απ’ το ποτάμι, γιατί φοβόμασταν πως οι Γερμανοί θα ξανάρθουν. Αλλά και τι να κάναμε στο χωριό; μες στη στάχτη και τους σκοτωμένους; Μείναμε εκεί τρεις – τέσσερις μέρες, δεν ήξερε κανένας αν ζω ή αν πέθανα, ούτε υπήρχε και κανένας να νοιαστεί και να ψάξει για μένα, ήμουν νηστική τρεις μέρες, δεν είχα κανέναν δικό μου. Κοιμόμασταν έξω, κάτω απ’ τα πλατάνια. Είχε πάει ο μπάρμπα Βασίλης Ντάμας στο Νεοχώρι να ζητήσει λίγο αλεύρι για να φτιάξει η γυναίκα του μια κουλούρα να βάλουμε λίγο ψωμί στο στόμα μας. Με στέλνουν να πάρω νερό στο ποτάμι, βλέπω μπροστά μου τη θεία μου, την αδερφή του πατέρα μου, λες κι αναστήθηκα, ούτε ψωμί λογάριασα ούτε τίποτα, πετάω την κατσαρόλα, τα παρατάω όλα και ρίχνομαι στην αγκαλιά της.
Όταν γυρίσαμε στο χωριό, τα βρήκαμε όλα καμένα και ρημαγμένα. Δεν υπήρχε τίποτε. Τους δικούς μου κάποιοι τους έχωσαν εκεί στην αυλή, άνοιξαν ένα λάκκο και τους έριξαν όλους μέσα, τους έπαιρναν με τα φτυάρια, ήταν καμένοι, ένας σωρός στάχτη. Αλλά μερικοί έμειναν άθαφτοι μέρες. Το χωριό βρώμαγε.
Έμεινα μόνη μου. Με συμμάζεψαν τα ξαδέρφια μου και με πήραν στο σπίτι τους. Τρεις μήνες δεν άλλαξα ρούχα. Τριγύριζα μ’ ένα κομπινεζόν, όπως βγήκα απ’ το σπίτι μου την ώρα που μας έκαιγαν και μας σκότωναν.
Έζησα ορφανή. Στους πέντε δρόμους. Καμιά περίθαλψη και κανένα ενδιαφέρον. Από πουθενά. Στην εγκατάλειψη και στην καταφρόνια. Υπηρέτριες ήμασταν. Ούτε γράμματα δε μ’ άφησαν να μάθω. Αυτή είναι η μοίρα των ορφανών. Έρχονταν και μ’ έπαιρναν απ’ το περιβόλι που μας έκανε μάθημα η δασκάλα για να πάω να φυλάξω τα παιδιά και τα πρόβατα. Ξύπναγα το πρωί πρώτη, για να φτιάξω το τσάι και να πάω μετά στις γελάδες ν’ αρμέξω. Αλλά ό,τι κι αν έκανα, για όλα έφταιγα εγώ. Δεν κοιμόμουν μέσα στο σπίτι, έξω κοιμόμουν, κάτω απ’ τα δέντρα, έβαζα για μαξιλάρι μια πέτρα κι εκεί περνούσα τη νύχτα μου.


Μέχρι τα είκοσι που παντρεύτηκα δεν ήταν ζωή αυτό που έκανα, μαρτύριο ήταν. Μετά το γάμο μου με τον Ηλία μπήκαν κάπως τα πράγματα στη σειρά. Δύσκολα βέβαια, αλλά με αγάπησε ο άντρας μου και με πόνεσε, η ιστορία μου έγινε και δική του ιστορία, γεννήσαμε τα παιδιά μας, τα παντρέψαμε, ο γιος μας παντρεύτηκε Γερμανίδα, όσο μίσησα τη Γερμανία, τόσο τα ’φερε η τύχη να κάνω νύφη από εκεί, τι να γίνει, δε φταίει το κορίτσι σε τίποτε, άλλοι φταίξανε, ποιος; κανείς δε μας είπε, κανένας δεν πλήρωσε για το κακό που μας έκαναν, τα ’φτιαξαν οι μεγάλοι όπως ήθελαν, σα να μας έλεγαν να ξεχάσουμε, αλλά ο πόνος αυτός δε φεύγει ποτέ. Υπάρχει εδώ μέσα, βαθιά στην ψυχή μου, δεν περνάει, ξέρεις τι είναι να τους χάσεις όλους έτσι δα, μέσα σε μια στιγμή, και να τρέχεις σαν έρμο άλογο μες στα χωράφια κι ως τα είκοσι να περνάς τα πάθη του Ιησού Χριστού;
Τι να πω; Κανένας δε νοιάστηκε, κανένας δε φρόντισε. Κανένας δεν ήρθε να μας πει μια κουβέντα γλυκιά. Μόνοι μας όλα. Και τα βράδια να πεταγόμαστε πάνω και να μη βρίσκουμε πουθενά απαντοχή και ησυχία…
Τα θυμάμαι όλα, σαν να ήταν τώρα δα, όλο το σκηνικό το ’χω μπροστά μου. Δεν ήταν ένα κακό όνειρο ούτε ένας εφιάλτης. Ήταν η ίδια η πραγματικότητα. Που την άντεξα. Γιατί δε γινόταν αλλιώς.

 © 2016 Ηλίας