Άη Κομμένο

Της Άσβεστης Μνήμης

Ελληνάκος

elinakos

Κλαρινογαμπροί σε μπουζουκλερί

Song for Kommeno

Σοφά Λόγια

Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκανεν εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης.

Μακρυγιάννης.

Εκδηλώσεις

ekdiloseis1

Καιρός

kairos

Στο Κομμένο τώρα

«Κώστας Αναστασίου της Μουσιωτίτσας των πυρών και των κυμάτων»

vlaxopanos anastasiouΤο νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Βλαχοπάνου
Πρώτη παρουσίαση στη μαρτυρική Μουσιωτίτσα, Τετάρτη 24 Ιουλίου

Κυκλοφορεί εντός των επόμενων ημερών από τις εκδόσεις «Άπειρος Χώρα» το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Βλαχοπάνου «Κώστας Αναστασίου – της Μουσιωτίτσας των πυρών και των κυμάτων». Το βιβλίο αφηγείται την περιπετειώδη ζωή του Κώστα Αναστασίου, ενός απλού ανθρώπου της ελληνικής επαρχίας, ο οποίος βρέθηκε πολλές φορές και σε διαφορετικά μέρη αντιμέτωπος με το θάνατο, αλλά χάρη σε κάποια περίεργη απόφαση της μοίρας του κατόρθωσε εντέλει να ζήσει και να διανύσει το δρόμο που του όρισε εκείνη.

Το υλικό του βιβλίου αναπτύσσεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο περιγράφεται η σφαγή της μαρτυρικής Μουσιωτίτσας, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ήρωας, από τους στρατιώτες της 1ης μεραρχίας εντελβάις, την Κυριακή 25 Ιουλίου 1943. Η Μουσιωτίτσα ήταν το πρώτο χωριό της Ηπείρου που δέχτηκε μια οργανωμένη εκκαθαριστική επιχείρηση της γερμανικής ναζιστικής μηχανής και γνώρισε την κτηνώδη «βία χωρίς όρια», που αποτελούσε το κυρίαρχο δόγμα του ναζισμού και του φασισμού. Και ο Κώστας Αναστασίου ήταν ο μόνος που επέζησε ανάμεσα στους 63 που έστησαν και θέρισαν με το πολυβόλο οι Γερμανοί στην περιοχή Σπιθάρι του χωριού. Περιπλανήθηκε μέσα σε τοπία θανάτου και άντεξε.


Στο δεύτερο μέρος ξετυλίγεται η τραγωδία του εμφυλίου πολέμου μέσα από τη συμμετοχή και τη δράση του ήρωα σ’ αυτόν, καθώς καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και κατατάσσεται στον εθνικό – κυβερνητικό στρατό. Η αφήγηση διαπερνά όλα τα κρίσιμα στάδια και τις συγκλονιστικές στιγμές που έζησαν οι Έλληνες και των δύο πλευρών στα καυτά μέτωπα του πολέμου, πληρώνοντας με τη ζωή τους την πλανεμένη παραφροσύνη της διπλής ηγεσίας τους και την ψυχροπολεμική στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων και… συμμάχων. Ο Κώστας Αναστασίου πάτησε το κατώφλι του θανάτου, αλλά τον κράτησε η ζωή μέσα σε μια θύελλα πυρών και ακραίων εκρήξεων εμφύλιας βίας.


Το τρίτο μέρος του βιβλίου αποτυπώνει την Ελλάδα της υπαίθρου και της στέρησης αμέσως μετά τη μετεμφυλιακή περίοδο. Η Ελλάδα των ηττημένων παίρνει το δρόμο της αναγκαστικής προσφυγιάς προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Και η Ελλάδα των νικητών παίρνει το δρόμο της αναγκαστικής μετανάστευσης προς τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και των δυτικών ωκεανών. Νικητές και ηττημένοι δίνουν νέες μάχες εντός και εκτός συνόρων, για να επουλώσουν τις πληγές της ταραγμένης δεκαετίας της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου, οι οποίες θα μένουν, ωστόσο, ανοιχτές για πάνω από μισόν αιώνα.
Πρώτη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει το βράδυ της Τετάρτης 24 Ιουλίου στη Μουσιωτίτσα. Την πρωτοβουλία για την παρουσίαση έλαβε ο Σύλλογος Νέων Μαρτυρικής Μουσιωτίτσας. Κεντρικός ομιλητής θα είναι ο Χαρίλαος Λεοντάρης, φιλόλογος και συγγραφέας.

 

Μουσιωτίτσα 25 Ιουλίου 1943
Εκκαθαριστική επιχείρηση Ζάλμινγκερ

Αρχές Ιουλίου του ’43 άνεμοι αλλόκοτοι τύλιξαν κι έσφιξαν με λύσσα την Ήπειρο. «Έρχονται οι Γερμανοί», ακουγότανε η είδηση τρομακτική κουβαλώντας τον εφιάλτη του θανάτου και της καταστροφής μέσα της. Ήταν η εποχή που το αντάρτικο είχε φουντώσει στην Ελλάδα και οι Γερμανοί κατανόησαν πως οι σύμμαχοί τους Ιταλοί τα είχανε παρατήσει και δε θέλανε πια με τους Έλληνες νταραβέρια. Είχαν διαδώσει και οι σύμμαχοι πως ετοιμάζουν απόβαση στο Ιόνιο πέλαγος, κατέρρεε και το καθεστώς Μουσολίνι, έλαβε την απόφαση ο Χίτλερ να κατεβάσει απ’ τον Καύκασο την πρώτη μεραρχία εντελβάις και να τη στείλει στην Ήπειρο για να σώσει την κατάσταση που πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο για τον άξονα.
Άκουγε και δεν πίστευε ο κόσμος. Κανένας οίκτος, καμιά διάκριση, λέγανε οι διαταγές των Γερμανών επιτελικών. Φόβος και τρόμος πάνω απ’ τα σπίτια της Μουσιωτίτσας. Που κάθε πρωί περιμένει τη δική της σειρά. Και φεύγουν οι κάτοικοί της και κρύβονται στην τοποθεσία Σπιθάρι, εκεί που τα χρόνια της Οθωμανικής κατοχής το πιάνανε οι πρόγονοί τους για να κάνουνε τις γιορτές τους. Γιατί δεν καθυστερούσαν οι Γερμανοί να πλάσουν ψεύτικες αφορμές και να ριχτούν πάνω τους. Ήταν και το χωριό στο κέντρο της αντάρτικης δράσης. Και τα σημάδια όλα δείχνανε πως κάτι περισσότερο ετοιμάζουν γι’ αυτό.


Και σχεδιάστηκε, όντως, με τάξη και μυστικότητα η επιχείρηση Ζάλμινγκερ, όπως ήταν και τ’ όνομα του Γερμανού συνταγματάρχη, διοικητή του 98ου συντάγματος πεζικού της 1ης μεραρχίας εντελβάις. Το πρωί του Σαββάτου, 24 Ιουνίου, τριάντα με πενήντα αυτοκίνητα αφήνουν πίσω τους το δρόμο Άρτας – Ιωαννίνων και στρίβουν παίρνοντας τον ανήφορο για το χωριό. Κι ένα γερμανικό αεροπλάνο πετούσε από πάνω του κι έριχνε προκηρύξεις, γραμμένες μάλιστα στα ελληνικά, καλώντας τους κατοίκους να μείνουν μέσα στα σπίτια τους δίχως φόβο, γιατί κανένας δεν είχε σκοπό να τους κάνει κακό.
Και την άλλη μέρα, Κυριακή το πρωί, ξεκίνησε το κακό. Ο 12ος λόχος του υπολοχαγού Βίλιμπαλντ Ρέζερ, του Νέρωνα, όπως τον αποκαλούσαν στο 98 Σύνταγμα πεζικού, κατόπιν διαταγής του Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έζωσε το χωριό από τέσσερις μεριές, έτσι που να το αποκλείσουν εντελώς και να μην μπορεί να ξεφύγει κανένας.


Πανικός στο χωριό. Ίσα που πρόλαβε κι είπε το δι’ ευχών ο παπάς και κλείδωσε φεύγοντας βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, την εξώπορτα της εκκλησίας. Πυρωμένο αγέρι και λίβας που έκαιγε τα σπαρτά σφύριζε στο χωριό.
Κι ο επόμενός τους σταθμός το Σπιθάρι. Όπου φτάσανε στρώνοντας μπροστά κι εκείνους που τους βγάλανε απ’ τις στάνες και τους άλλους που τους αρπάξανε απ’ τ’ αλώνια και τους άλλους που τραβήξανε απ’ τις καλύβες τους, όπου κάνανε οι άνθρωποι τις ετοιμασίες τους για να γιορτάσουν το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, που θα το τελούσαν την επόμενη μέρα. Κι αφού πρώτα ερευνήσανε τα σπίτια όπου πίστευαν πως κρύβονται αντάρτες ή πως βρίσκονται όπλα. Και δε βρήκανε τίποτε μέσα τους! Και τα κάψανε! Κι αντίς για αντάρτες και όπλα, λοιπόν, μαζέψανε αθώους κι ανυπεράσπιστους Έλληνες, που δεν εννοούσαν να καταλάβουν ούτε τι κάνανε και τους έπιασαν ούτε τι θα τους κάνουν.
Και μαζευτήκανε εκεί εβδομήντα οχτώ νοματαίοι. Ήταν όλοι εκεί. Μάνες που κρατούσαν τα μωρά τους πλανταγμένα στο κλάμα σφιχτά στην αγκάλη τους. Γέροντες και γριές με ρυτιδιασμένα απ’ τα χρόνια τα πρόσωπα και τα πόδια τους λυγισμένα απ’ τα χιλιόμετρα που κάνανε πάνω στις ράχες. Άντρες και παλικάρια δυο μέτρα, που δεν μπορούσαν ούτε το πόδι τους να σηκώσουν και μετρούσαν τα δευτερόλεπτα με το φυλλοκάρδι τους να τρέμει σαν έρημο στάχυ στον άνεμο. Αρραβωνιασμένες κοπέλες και νιόπαντρα ζευγάρια καθηλωμένα με το στήθος σχισμένο.
Τους περιεργάστηκε ο αξιωματικός. Με το βλέμμα ψυχρό και βαμμένο θυμό. Και τραβήξανε οι άντρες του έξω απ’ το πλήθος, κατόπιν διαταγής του, δεκαπέντε γεροδεμένα παλικάρια. Που ανασάνανε ελπίζοντας πως τους χαμογέλασε η τύχη τους, έστω για λίγο, και πως μπορεί αυτοί να γλιτώσουν. Γιατί φορτώσανε πάνω στην πλάτη τους, λες κι ήταν γαϊδούρια, όπλα βαριά διατάζοντάς τους να προχωρήσουν μπροστά. Κι εκείνοι ξεκόπηκαν απ’ τους άλλους και πίστεψαν κάποιοι τους πως πέρασε η μπόρα γι’ αυτούς…


Μείνανε οι υπόλοιποι στημένοι δίπλα ο ένας στον άλλον κατά μήκος ενός δέματος του χωραφιού. Έδωσε διαταγή ο αξιωματικός να στήσουν απέναντι στο μπουλούκι το πολυβόλο. Και δείξανε ζήλο οι στρατιώτες σπεύδοντας να τελειώσουν με δαύτο και να συνεχίσουν πιο πέρα την εκκαθαριστική επιχείρηση Ζάλμινγκερ. Μόνο ένας αντέδρασε. Και μιλούσε άπρεπα στον αξιωματικό με οργή. Μα δεν κράτησε παρά μόνο μερικά δευτερόλεπτα η παρένθεση αυτή.
Κι άκουσε σαν σε λήθαργο την πρώτη ριπή που γάζωνε τις κοιλιές τους. Και σε κλάσμα δευτερολέπτου στρώθηκε κάτω στο χώμα πριν πέσουν οι σφαίρες επάνω τους. Και βρέθηκε στην τελευταία αυλακιά του χωραφιού δίπλα στο δέμα. Νεκρός, πεθαμένος; Δε νόγαγε. Μα ανέκτησε τις αισθήσεις του αμέσως κι ένιωθε να γίνεται συναγερμός μέσα του. Κι έπιασε κάπως το μάτι του ένα σωρό σώματα να λυγίζουν και να πέφτουν στο χώμα. Ώσπου ακούστηκε αμέσως η δεύτερη ομοβροντία κι έφερε τη συσκότιση. Μια σφαίρα τού χάιδεψε το λαιμό κι έφυγε. Κι αισθάνθηκε να πέφτει ένα σώμα επάνω του και να ραντίζει το πρόσωπό του με το καυτό αίμα του. Δεν έβλεπε, δεν ανάπνεε. Κι έρχεται η τρίτη ριπή με μια σφαίρα να περνά ξυστά κάτω απ’ τα πόδια του. Κι ύστερα η σιωπή.
(Από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Βλαχοπάνου «Κώστας Αναστασίου – της Μουσιωτίτσας των πυρών και των κυμάτων»)

 © 2016 Ηλίας